ταφή /taˈfi/ Noun

English
burial
العربية
دفن

Example

  • Η [ταφή] (κηδεία / ενταφιασμός / τελετή) έγινε νωρίς το πρωί.
  • The burial took place at dawn.
  • Η «ταφή» είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος.