φασαριόζικος /fasaɾjoˈzicɔs/ Adjective

English
noisy
العربية
صاخب

Example

  • Τα θορυβώδη παιδιά έπαιζαν στην πλατεία. [φασαριόζικα / φωνακλάδικα / με φασαρία]
  • The noisy children played in the park.
  • Το 'φασαριόζος' είναι πιο καθημερινό και λιγότερο επίσημο.