Μέρος /ˈmeɾos/ Noun

English
place
العربية
مكان

Example

  • Βάλε το πορτοφόλι σου σε ασφαλή [τόπο].
  • Keep your purse in a safe place.
  • Το «ασφαλής τόπος» είναι η κλασική έκφραση.