τραγουδιστής /tɾa.ɣu.ðiˈstis/ Noun

English
singer
العربية
مُغَنٍّ

Example

  • Είναι μια υπέροχη [τραγουδίστρια / ερμηνεύτρια / φωνή]!
  • She's a wonderful singer.
  • Το 'τραγουδίστρια' είναι το θηλυκό, πιο συνηθισμένο.