Βελτίωση /velˈtiːsi/ Noun
- English
- improvement
- العربية
- تحسين
Example
- Η οικονομία έδειξε σημαντική **βελτίωση** τους τελευταίους εννέα μήνες.
- The economy has shown significant improvement over the past 9 months.
- Εδώ η «βελτίωση» είναι το αποτέλεσμα, η θετική αλλαγή.