βενζίνη /venˈzini/ Noun

English
petrol
العربية
بنزين

Example

  • Το αυτοκίνητο αδειάζει από την [βενζίνη] — πρέπει να σταματήσουμε αμέσως.
  • The car is running low on petrol.
  • Η λέξη είναι πάντα στον ενικό.