χαζός /xaˈzos/ Adjective

English
dumb
العربية
غبي

Example

  • Αυτό ήταν ένα αρκετά βλάκας πράγμα να κάνεις. (Ανόητη κίνηση)
  • That was a pretty dumb thing to do.
  • Εδώ το 'βλάκας' λειτουργεί ως επιθετικός προσδιορισμός.