βόμβα /ˈvomba/ NounEnglishbombالعربيةقنبلةExampleΗ αστυνομία εξουδετέρωσε τη βόμβα πριν προλάβει να σκάσει.The police defused the bomb before it could go off.Το 'εξουδετέρωσε' είναι το κλειδί για την ασφαλή αφαίρεση.