Υπολογισμός /i.po.lo.ʝiˈzmos/ Noun
- English
- calculation
- العربية
- حساب
Example
- Έκανε έναν γρήγορο [υπολογισμός] στο πίσω μέρος ενός φακέλου.
- She did a quick calculation on the back of an envelope.
- Η φράση 'στο πίσω μέρος ενός φακέλου' είναι κλασική για γρήγορη εκτίμηση.