αεροσκάφος /a.e.roˈska.fos/ Noun
- English
- aircraft
- Deutsch
- luftfahrzeug
Example
- Το στρατιωτικό [αεροσκάφος] εκτέλεσε επίδειξη πάνω από την τελετή.
- The military aircraft performed a flyover during the ceremony.
- Εδώ το 'αεροσκάφος' είναι ο επίσημος, ουδέτερος όρος.