αφεντικό /aˈfendiko/ Noun
- English
- boss
- Deutsch
- der chef / die chefin
Example
- Θα ρωτήσω το [αφεντικό] (αφεντικό / προϊστάμενος / επικεφαλής) αν μπορώ να πάρω ρεπό.
- I'll ask my boss if I can have the day off.
- Το 'αφεντικό' είναι η πιο συνηθισμένη επιλογή.