αγενής /ruːd/ Επίθετο

English
rude
Deutsch
unhöflich

Example

  • Ήταν **αγενές** εκ μέρους του να φύγει χωρίς να πει αντίο.
  • It was rude of him to leave without saying goodbye.
  • Το 'αγενές' είναι ουδέτερο και πολύ συχνό.