Δυσκολεύομαι / Πάλη /ði̯s.koˈle.vo/ NounEnglishstruggleDeutschder kampfExampleΟ ταξικός [αγώνας] (πάλη / δυσκολία) καθόρισε τον αιώνα.The class struggle defined the century.Εδώ ο 'αγώνας' είναι ο καθιερωμένος όρος για κοινωνικές συγκρούσεις.