Νιώθω / Αισθάνομαι /ˈɲoθo/ Verb
- English
- feel
- Deutsch
- fühlen
Example
- Το ταξίδι με το λεωφορείο με έκανε να **αισθάνομαι** (να **νιώθω** / να **έχω την αίσθηση** / να **παθαίνω**) αδιάθετα.
- The bus ride made me feel sick.
- Η σωματική δυσφορία εκφράζεται συχνά με το 'αισθάνομαι αδιάθετα'.