με ακρίβεια /me akriˈvʝa/ Adverb
- English
- accurately
- Deutsch
- zutreffend
Example
- Το άρθρο **ακριβώς** αποτυπώνει τη δημόσια γνώμη. [Εύστοχα / Πιστά / Με ακρίβεια]
- The article accurately reflects public opinion.
- Εδώ το 'ακριβώς' τονίζει την πιστότητα στο περιεχόμενο.