Ακτογραμμή /aktoɣraˈmi/ Noun
- English
- coast
- Deutsch
- die küste
Example
- Κάναμε μια γραφική διαδρομή κατά μήκος της ακτής (ακτή / ακτογραμμή / ακρογιαλιά).
- We took a scenic drive along the coast.
- Η 'ακτή' είναι πιο γενική και γεωγραφική από την 'παραλία'.