Αλήθεια /aˈliθja/ NounEnglishtruthDeutschdie wahrheitExampleΛες την [αλήθεια] (Ειλικρίνεια / Γνήσια / Ωμή) — Μου λες την αλήθεια;Do you think she's telling the truth?Το «λέω την αλήθεια» είναι η πιο βασική έκφραση.