ανά /aˈna/ Preposition

English
per
Deutsch
pro

Example

  • Τα εισιτήρια κοστίζουν πενήντα δολάρια ανά άτομο (ανά / κατά / για κάθε).
  • The tickets are fifty dollars per person.
  • Το 'ανά' είναι η πιο άμεση αντιστοιχία για αναλογία.