ΑΝΑΚΑΤΕΥΩ / ΤΑΡΑΖΩ /ana.ka.tɛ́.vo/ Verb
- English
- stir
- Deutsch
- rühren
Example
- Η Μαρία [ανακατεύει] (αναδεύει / ταράζει) τον καφέ της για να λιώσει η ζάχαρη.
- She stirred her tea to dissolve the sugar.
- Το 'ανακατεύω' είναι το πιο συνηθισμένο για φαγητό/ποτό.