αναλύω/αναλύσω αναλύω/αναλύσω Verb

English
analyse
Deutsch
analysieren

Example

  • Η ομάδα θα [αναλύσει] (εξετάσει / διερευνήσει / ζυγίσει) τα αποτελέσματα της έρευνας.
  • The team will analyse the survey results.
  • Το μέλλον (θα αναλύσει) είναι η πιο συχνή χρήση σε επαγγελματικά πλαίσια.