αναστέλλω /anasˈtelo/ Ρήμα

English
inhibit
Deutsch
hemmen

Example

  • Ο υψηλός πληθωρισμός [αναστέλλει] τις επενδύσεις στον τομέα της τεχνολογίας.
  • High inflation inhibits investment in the tech sector.
  • Εδώ τονίζεται η οικονομική δυσχέρεια που λειτουργεί ως φρένο.