άνθρακας /ˈanθrakas/ Noun
- English
- coal
- Deutsch
- die kohle
Example
- Το τρένο κινούνταν με [άνθρακας] (κάρβουνο / λιγνίτης) — η καρδιά της βιομηχανικής επανάστασης.
- The train was powered by coal.
- Το 'άνθρακας' είναι ο πιο ακριβής όρος, αλλά το 'κάρβουνο' είναι πιο συνηθισμένο για καύση.