αντιτίθεμαι /antíˈθe.me/ Verb
- English
- oppose
- Deutsch
- sich widersetzen
Example
- Η τοπική κοινωνία συνεχίζει να [αντιτίθεται] (αντιμάχεται / εναντιώνεται / διαφωνεί) στην κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου.
- The local community continues to oppose the construction of the new highway.
- Το 'αντιτίθεμαι' είναι το πιο ουδέτερο και ταιριάζει σε επίσημες ανακοινώσεις.