Αποδέσμευση /riˈliːs/ Noun
- English
- release
- Deutsch
- freigabe / veröffentlichung
Example
- Η κυβέρνηση εξασφάλισε την **αποδέσμευση** των ομήρων.
- The government secured the release of the hostages.
- Εδώ το 'αποδέσμευση' είναι το πιο επίσημο και ταιριαστό.