Απόδοση / Παράσταση /aˈpoðosi/ Noun

English
performance
Deutsch
leistung

Example

  • Η παράσταση (επίδειξη / απόδοση / εκτέλεση) αρχίζει στις επτά.
  • The performance starts at seven.
  • Στο θέατρο, η «παράσταση» είναι η πιο φυσική επιλογή.