Απογοήτευση /a.po.ɣiˈtef.si/ Noun
- English
- frustration
- Deutsch
- die frustration
Example
- Με απόγνωση, ο Γιάννης χτύπησε το τραπέζι. [απογοήτευση / πίκρα / εκνευρισμός] — της
- In frustration, Dave thumped the table.
- Το 'απόγνωση' εδώ τονίζει την ένταση της απογοήτευσης.