Αποκάλυψη /apokálipsi/ Noun
- English
- revelation
- Deutsch
- erkenntnis
Example
- Η **αποκάλυψη** (φάνερωμα / ξεσκέπασμα / μαρτυρία) ότι έψευδετο χρόνια κατέστρεψε την εμπιστοσύνη τους.
- The revelation that he had been lying all along destroyed their trust.
- Εδώ τονίζεται η ξαφνική και αρνητική πλευρά της γνώσης.