Αποσπώ την προσοχή /a.spoˈspi.o/ Verb

English
distract
Deutsch
ablenken

Example

  • Μη μ' αποσπάς από τη δουλειά μου! (παρασύρω / αποπροσανατολίζω / αποσπώ) — Μην με κάνεις να χάσω τη συγκέντρωση.
  • You're distracting me from my work.
  • Το 'αποσπώ' είναι το πιο άμεσο και συχνό. Η χρήση του ενικού προσώπου είναι πολύ δυνατή.