αποτέλεσμα /apotélesma/ Noun
- English
- effect
- Deutsch
- die wirkung
Example
- Τα θετικά **αποτελέσματα** (συνέπεια / έκβαση / καρπός) της άσκησης είναι τεκμηριωμένα.
- The beneficial effects of exercise are well-documented.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο πληθυντικός, 'αποτελέσματα'.