αποθαρρύνω /a.θarˈi.no/ Verb

English
discourage
Deutsch
entmutigen

Example

  • Η κυβέρνηση προσπαθεί να **αποθαρρύνει** το κάπνισμα στους εφήβους.
  • The government is trying to discourage smoking among teenagers.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το ρήμα στον ενεστώτα για συνεχή προσπάθεια.