αριθμός /aˈriθmos/ Noun

English
number
Deutsch
die zahl

Example

  • Σκέψου έναν [αριθμό] και πολλαπλασίασέ τον επί δύο.
  • Think of a number and multiply it by two.
  • Το 'νούμερο' χρησιμοποιείται πιο συχνά για τηλέφωνα ή εισιτήρια.