χέρι /ˈçe.ɾi/ Ουσιαστικό

English
arm
Deutsch
arm / bewaffnen

Example

  • Γλίτωσε από το ατύχημα μόνο με ένα σπασμένο χέρι.
  • He escaped the accident with only a broken arm.
  • Η έκφραση δείχνει ανακούφιση για την αποφυγή χειρότερης βλάβης.