μπαρ /baɾ/ NounEnglishbarDeutschkneipeExampleΚανονίσαμε να συναντηθούμε σε ένα μπαρ που λέγεται Φλαμίνγκο.We arranged to meet in a bar called the Flamingo.Το «μπαρ» είναι η πιο συνηθισμένη λέξη.