μπόνους /boːnus/ Noun
- English
- bonus
- Deutsch
- zusatzleistung
Example
- Πήρε ένα μεγάλο **μπόνους** για την εξαιρετική της απόδοση. (Επιπλέον αμοιβή / Πρόσθετη αμοιβή / Πριμ)
- She received a performance bonus for her hard work.
- Το 'μπόνους' είναι η πιο συχνή επιλογή στον εργασιακό χώρο.