ΧΡΗΣΗ /ˈxri.si/ Noun

English
usage
Deutsch
gebrauch

Example

  • Το λεξικό καταγράφει τις αλλαγές στη σύγχρονη αγγλική **χρήση** (χρήση / εφαρμογή / χρησιμοποίηση) — της: The dictionary tracks changes in modern English usage.
  • The dictionary tracks changes in modern English usage.
  • Η 'χρήση' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος.