ξάδερφος / ξαδέρφη /ksáðerfos/ /ksaðérfi/ NounEnglishcousinDeutschcousin/cousineExampleΕίναι η ξαδέρφη μου (συγγενής / αδελφή εξ αίματος / οικεία συγγενής).She's my cousin.Η χρήση του γένους είναι υποχρεωτική.