Δεύτερον /ðevˈteɾon/ Επίρρημα
- English
- secondly
- Deutsch
- zweitens
Example
- Πρώτον, το σχέδιο είναι ριψοκίνδυνο· δεύτερον, είναι και πολύ ακριβό.
- Firstly, the plan is risky; secondly, it is too expensive.
- Η χρήση του 'δεύτερον' είναι η πιο άμεση μετάφραση.