Επιδεικνύω /epiðikˈniːo/ Verb

English
demonstrate
Deutsch
vorführen

Example

  • Η νέα έρευνα **καταδεικνύει** (επιβεβαιώνω / τεκμηριώνω / φανερώνω) ότι η απώλεια μνήμης που σχετίζεται με την ηλικία δεν είναι αναπόφευκτη.
  • New research convincingly demonstrates that age-related memory loss is not inevitable.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το «καταδεικνύω» για επιστημονική βεβαιότητα.