ΔΕΝΩ /ˈðe.no/ Verb

English
fasten
Deutsch
anschnallen / befestigen

Example

  • Δέστε τις ζώνες σας, παρακαλώ.
  • Fasten your seat belts, please.
  • Το «δέστε» (Αόριστος, προστακτική) είναι το πιο άμεσο και συνηθισμένο.