Συμμετέχω /simɛˈteho/ Verb

English
engage
Deutsch
sich einbringen

Example

  • Είναι μια ταινία που **δεσμεύει** (προσελκύει/απασχολεί) τόσο το μυαλό όσο και το μάτι.
  • It is a movie that engages both the mind and the eye.
  • Το 'δεσμεύω' εδώ λειτουργεί ως 'κρατώ αιχμάλωτο' το ενδιαφέρον.