διαδοχικός /ðia.ðo.xiˈkos/ Επίθετο

English
successive
Deutsch
aufeinanderfolgend

Example

  • Η ομάδα κατέκτησε τέσσερις **διαδοχικές** νίκες. (Επαναλαμβανόμενη επιτυχία / Αδιάσπαστη σειρά / Ασταμάτητη πορεία)
  • The team won four successive championships.
  • Τονίζει την απουσία διακοπής μεταξύ των γεγονότων.