διαφορετικά /ðiafoˈretika/ Adverb

English
differently
Deutsch
anders

Example

  • Τα αγόρια και τα κορίτσια συμπεριφέρονται αλλιώς.
  • Boys and girls may behave differently.
  • Εδώ το 'αλλιώς' είναι πιο φυσικό από το 'διαφορετικά'.