Διακανονισμός /ðjɐkɐnɔnizˈmos/ Noun
- English
- settlement
- Deutsch
- die einigung
Example
- Οι δύο εταιρείες κατέληξαν σε [διακανονισμός] (οικονομική συμφωνία / εξωδικαστική λύση / συμβιβαστική πράξη) — της διαφοράς τους.
- The two companies reached a settlement.
- Το 'διακανονισμός' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος για νομικές διευθετήσεις.