Διαμέρισμα /ði.aˈme.ri.zma/ Noun
- English
- apartment
- Deutsch
- wohnung
Example
- Μόλις υπέγραψαν το μισθωτήριο για ένα καινούργιο διαμέρισμα.
- They just signed a lease for a new apartment.
- Η υπογραφή μισθωτηρίου είναι η τυπική διαδικασία ενοικίασης στην Ελλάδα.