Διερεύνηση /ɪnˈkwaɪəri/ Noun
- English
- enquiry
- Deutsch
- anfrage / untersuchung
Example
- Η αστυνομία ξεκίνησε **διερεύνηση** (εξέταση / έρευνα / ανάκριση) για τον φόνο.
- The police launched a murder enquiry.
- Εδώ το 'διερεύνηση' είναι ο πιο ταιριαστός νομικός όρος.