δηλητήριο /ði.liˈti.ri.o/ Noun

English
poison
Deutsch
gift

Example

  • Η ετικέτα στο μπουκάλι προειδοποιούσε ξεκάθαρα για το [δηλητήριο].
  • The label on the bottle clearly warned of poison.
  • Η λέξη είναι άμεσα αναγνωρίσιμη και σοβαρή.