τίμημα /tiˈma/ Noun
- English
- toll
- Deutsch
- die maut / die gebühr (nomen); toll (adjektiv)
Example
- Το [Διόδιο] της εθνικής οδού εισπράττεται πλέον ηλεκτρονικά.
- The motorway toll is collected electronically.
- Το 'Διόδιο' είναι η πιο άμεση και κοινή λέξη για το 'toll' σε δρόμους.