Δωρίζω /ðoˈriːzo/ Verb

English
donate
Deutsch
spenden

Example

  • Ο Γιάννης **δωρίζει** (χαρίζω / προσφέρω / δίνω) χιλιάδες ευρώ σε φιλανθρωπικούς σκοπούς.
  • He donated thousands of pounds to charity.
  • Το 'δωρίζω' είναι το πιο επίσημο και κατάλληλο για μεγάλες ποσότητες.