ντουζίνα /ntuˈziːna/ Noun

English
dozen
Deutsch
dutzend

Example

  • Αγόρασα [δώδεκα] αυγά. (Δωδεκάδα / Ντουζίνα / Δεκάδα και δύο) — Η αγορά ήταν απλή, χωρίς παζάρια.
  • She bought a dozen eggs.
  • Το 'δώδεκα' είναι ο πιο ουδέτερος τρόπος να το πεις.