έδαφος /eˈða.fos/ Noun

English
terrain
Deutsch
gelände

Example

  • Το όχημα είναι φτιαγμένο για δύσκολο [INLINE SYNONYMY: έδαφος (χώμα / πέτρες / λάσπη)] εκτός δρόμου.
  • The vehicle is built for off-road terrain.
  • Εδώ τονίζεται η αντοχή που απαιτείται από την επιφάνεια.